Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Κήρυξε το Αιγαίο «γκρίζα ζώνη»

Αποκαλυπτική επιστολή του Αμερικάνου διοικητή του Αεροπορικού Στρατηγείου της Σμύρνης προς τον διοικητή του ελληνικού Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας στη Λάρισα.Σύμφωνα με το ΝΑΤΟ, ολόκληρη η περιοχή του Αιγαίου, μαζί και τα ελληνικά νησιά, αποτελεί πλέον «γκρίζα ζώνη» Σε ανοιχτό εκβιασμό προχώρησε ο Αμερικανός διοικητής του Αεροπορικού Υποστρατηγείου του ΝΑΤΟ, που εδρεύει στη Σμύρνη, κηρύσσοντας ολόκληρο το Αιγαίο σε «γκρίζα ζώνη», έως ότου γίνουν αποδεκτές οι τουρκικές θέσεις, που υποστηρίζονται από την αμερικανική πλευρά, για τον επιχειρησιακό έλεγχο του Αιγαίου, στο πλαίσιο των προωθούμενων διευθετήσεων γύρω από τη νέα δομή του ΝΑΤΟ. Συγκεκριμένα, την περασμένη Πέμπτη, ο Αμερικανός διοικητής του Αεροπορικού Στρατηγείου της Σμύρνης, με επιστολή του προς τον διοικητή του ελληνικού ΑΤΑ (Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας) στη Λάρισα, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και διοικητής του ΝΑΤΟικού Κέντρου Αεροπορικών Επιχειρήσεων (του σημερινού CAOC-7, που επίσης εδρεύει στη Λάρισα και υπάγεται στη Σμύρνη), ουσιαστικά κηρύσσει το Αιγαίο σε «ουδέτερη ζώνη», σε ένα είδος «μαύρης τρύπας» για τα ΝΑΤΟικά ραντάρ μέχρι νεοτέρας. Στρώνει έτσι το έδαφος για τις κυοφορούμενες ρυθμίσεις σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων περί δημιουργίας «ζώνης αποφυγής εντάσεων». Μέρος του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής δημοσιεύεται στο χτεσινό φύλλο της εφημερίδας «Αδέσμευτος Τύπος». «Η δικαιολογία που επικαλέστηκε ο Αμερικανός αξιωματούχος από τη Σμύρνη - αναφέρεται στο δημοσίευμα - είναι πως θα είναι "τυφλός" τομέας για το ΝΑΤΟ η συγκεκριμένη περιοχή που εκτείνεται μέχρι την Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, έως ότου αποσαφηνιστεί ποια χώρα έχει τα κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο (!) και ποιο κράτος θα χαρακτηρίζει τα ίχνη που εμφανίζονται στα ραντάρ που το ελέγχουν (...) Στην παρούσα φάση χαρακτηρίζει ο Αμερικανός αξιωματούχος το Αιγαίο ως ουδέτερη και ευαίσθητη περιοχή». Η ύπαρξη και το περιεχόμενο της επιστολής επιβεβαιώνονται, αλλά δεν υπήρξε επίσημη αντίδραση από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Προδιαγεγραμμένη πορεία Αντικείμενο των ενδονατοϊκών διαβουλεύσεων για το Αιγαίο, είναι ο επιχειρησιακός έλεγχος, για λογαριασμό του ΝΑΤΟ, του εναέριου χώρου ολόκληρου του Αιγαίου, που περιλαμβάνει τόσο τον εναέριο χώρο των ελληνικών νησιών, όσο και τον εναέριο χώρο πάνω από τα διεθνή ύδατα. Δηλαδή, τον στρατηγικής σημασίας για την ελληνική άμυνα θαλάσσιο χώρο (Κεντρικό Αιγαίο) μεταξύ ηπειρωτικής Ελλάδας και ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (Λέσβος, Χίος, Σάμος κλπ.), χώρος που ταυτίζεται με το χώρο ευθύνης του FIR Αθηνών. Οι διαβουλεύσεις αυτές γίνονται στο πλαίσιο της εφαρμογής της νέας δομής του ΝΑΤΟ, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας είναι η κατάργηση των εθνικών ορίων επιχειρησιακής ευθύνης, δηλαδή η κατάργηση των εθνικών-κρατικών συνόρων μεταξύ των χωρών μελών του ΝΑΤΟ και η καθιέρωση ενιαίου χώρου, ως απόρροια της παγκόσμιας διεύρυνσης των ορίων δράσης του ΝΑΤΟ στο πλαίσιο του νέου ιμπεριαλιστικό δόγματος. Υπενθυμίζεται ότι με βάση την παραπάνω διαδικασία, βρίσκεται σε εκκρεμότητα το ζήτημα της συγχώνευσης των δύο ΝΑΤΟικών Κέντρων Αεροπορικών Επιχειρήσεων, του CAOC-7 της Λάρισας και του CAOC-6 του Εσκί Σεχίρ της Τουρκίας, σε ένα που έχει συμφωνηθεί να είναι το CAOC-4 στη Λάρισα. Ως χώρος ευθύνης του εν λόγω επιχειρησιακού κέντρου του ΝΑΤΟ έχει οριστεί ο εναέριος χώρος των ΝΑΤΟικών χωρών της περιοχής (Ελλάδας, Τουρκίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Αλβανίας). Σημείο τριβής αποτελεί η θέση του διοικητή, καθώς είχε συμφωνηθεί επί κυβέρνησης ΝΔ η εναλλαγή ανά διετία στη θέση αυτή Ελληνα και Τούρκου αξιωματικού, αλλά στην πορεία η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ άνοιξε και πάλι το θέμα αυτό, με αποτέλεσμα να μπουν εμπόδια από την τουρκική πλευρά. Βέβαια, προϋπόθεση για τη λειτουργία του CAOC-4 της Λάρισας, είναι να έχει εικόνα όλου του εναέριου χώρου που θα καλύπτει, μέσω της διασύνδεσης των ραντάρ επιτήρησης και ελέγχου της Ελλάδας και της Τουρκίας. Για το σκοπό αυτό - της διασύνδεσης των ραντάρ - πραγματοποιούνται επαφές στη Σμύρνη ανά τακτά διαστήματα, μεταξύ αξιωματικών των Γενικών Επιτελείων Αεροπορίας Ελλάδας και Τουρκίας αλλά χωρίς, προς το παρόν, αποτέλεσμα. Να σημειωθεί ότι το θέμα των ορίων επιχειρησιακής ευθύνης δεν υφίσταται πλέον αφού οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ έχουν κατά καιρούς αποδεχθεί τη δημιουργία του ενιαίου ΝΑΤΟικού χώρου. Προμηνύονται εξελίξεις Ετσι φθάσαμε στην παρούσα επιστολή του Αμερικανού διοικητή της Σμύρνης, ο οποίος εκβιάζει υπέρ των τουρκικών θέσεων απειλώντας με «γκριζοποίηση» του Αιγαίου, στην ουσία επιβάλλοντάς την, σε ένα μεταβατικό στάδιο προς την πλήρη ΝΑΤΟποίησή του, έως ότου υπάρξει συμφωνία Ελλάδας - Τουρκίας για τα CAOC και την εφαρμογή της νέας δομής. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που υπάρχουν, δεν πρόκειται να υπάρξει τέτοια συμφωνία και κατά συνέπεια αυτό που θα ισχύει, είναι ό,τι περιγράφεται στην επιστολή του αξιωματούχου του ΝΑΤΟ, πράγμα για το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει «βέτο» από την ελληνική πλευρά, καθώς δεν πρόκειται για κάποια ρύθμιση, αλλά για δημιουργία νέων τετελεσμένων σε βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Δηλαδή, όλο το Αιγαίο, περιλαμβανομένου και του ελληνικού εθνικού χώρου, θα είναι για το ΝΑΤΟ μια «ουδέτερη ζώνη», όπου δε θα εμφανίζονται στα ΝΑΤΟικά ραντάρ τα όσα διαδραματίζονται με τις παράνομες πτήσεις των τουρκικών μαχητικών και τις αντίστοιχες αναχαιτίσεις από ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη. Ετσι το ΝΑΤΟ κλείνει τα μάτια απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και στην ουσία τους δίνει το «πράσινο φως». Οσο κι αν οι εξελίξεις αυτές αποτελούν ενδονατοϊκές ρυθμίσεις, τα αποτελέσματα που παράγουν εδραιώνουν «ντε φάκτο» ένα καθεστώς για την κυριαρχία στο Αιγαίο σε βάρος των ελληνικών θέσεων. Ταυτόχρονα, προετοιμάζουν το έδαφος για γενικότερες ρυθμίσεις και διευθετήσεις, όπως αυτές που τελευταία έχουν δει το φως της δημοσιότητας περί δημιουργίας «ζώνης αποφυγής της έντασης» στο μισό Αιγαίο, την περιοχή που εκτείνεται ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού. Εξάλλου, και τα αναγραφόμενα στην επιστολή του ΝΑΤΟικού διοικητή, όπου περιγράφει το Αιγαίο ως «ουδέτερη και ευαίσθητη» περιοχή, προμηνύουν τέτοιες εξελίξεις.
Αναδημοσιευση:http://diolkos.blogspot.com

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ 6 ΑΠΡΙΛΟΥ 1941.

Γερμανική εισβολή Η επίθεση στη Νότια Γιουγκοσλαβία και η κάθοδος στη Θεσσαλονίκη. Η Γερμανική προέλαση μέχρι τις 9 Απριλίου, οπότε η 2η Μεραρχία Πάνζερ κατέλαβε τη ΘεσσαλονίκηΤην αυγή της 6ης Απριλίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ελλάδα, ενώ η Λουφτβάφε ξεκίνησε εντατικό βομβαρδισμό του Βελιγραδίου.
Το 40ο Σώμα Τεθωρακισμένων, το οποίο προορίζονταν να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια επιθέσεων κατά μήκος της νότιας Γιουγκοσλαβίας, ξεκίνησε την επίθεσή του στις 5.30 πμ και προωθήθηκε κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων σε δύο ξεχωριστά σημεία. Μέχρι το βράδυ της 8ης Απριλίου η 1η Μεραρχία των SS «Adolf Hitler» είχε καταλάβει την Πρίλαπο (Prilep), αποκόπτοντας μία σημαντική σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ του Βελιγραδίου και της Θεσσαλονίκης και απομονώνοντας τη Γιουγκοσλαβία από τους συμμάχους της. Στο σημείο αυτό οι Γερμανοί κατείχαν εδάφη, τα οποία ήταν κατάλληλα για την συνέχιση των επιθετικών ενεργειών τους.
Το βράδυ της 9ης Απριλίου ο Στρατηγός Στούμμε ανέπτυξε τις δυνάμεις του βόρεια του Μοναστηρίου, προετοιμαζόμενος για την επέκταση των επιθέσεων πέρα από τα ελληνικά σύνορα προς τη Φλώρινα. Η θέση αυτή εγκυμονούσε τον κίνδυνο να περικυκλώσει τόσο τους Έλληνες στην Αλβανία όσο και τη Δύναμη W στις περιοχές της Φλώρινας, της Έδεσσας και της Κατερίνης.
Διατηρώντας μία μικρή δύναμη ασφαλείας στα μετόπισθεν του Σώματος για την απόκρουση μίας ξαφνικής αντεπίθεσης από την κεντρική Γιουγκοσλαβίας, στοιχεία της 9ης Μεραρχίας Πάντσερ κατευθύνθηκαν δυτικά για να ενωθούν με τους Ιταλούς στα αλβανικά σύνορα
.
Η 2η Μεραρχία Πάντσερ (18ο Ορεινό Σώμα), υπό τον Στρατηγό Ρούντολφ Φάιελ (Rudolf Veiel) εισήλθε στη Γιουγκοσλαβία από τα ανατολικά το πρωί της 6ης Απριλίου και προωθήθηκε δυτικά μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα. Αντιμετώπισε μικρή εχθρική αντίσταση, όμως καθυστέρησε από ανατιναγμένους και λασπωμένους δρόμους και νάρκες. Παρόλα τα εμπόδια, η μεραρχία κατόρθωσε να φτάσει στην πόλη Στρώμνιτσα. Στις 7 Απριλίου μία γιουγκοσλαβική αντεπίθεση στην βόρεια πλευρά της μεραρχίας αποκρούστηκε και την επόμενη ημέρα η μεραρχία κατόρθωσε να προωθηθεί πέρα από τα βουνά και να υπερκεράσει τις μονάδες της ελληνικής 19ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Πεζικού που βρίσκονταν νότια της λίμνης Δοϊράνης ως εφεδρεία. Παρά τις πολλές καθυστερήσεις κατά μήκος των στενών ορεινών δρόμων, μία θωρακισμένη προφυλακή με κατεύθυνση την Θεσσαλονίκη κατόρθωσε να εισέλθει στην πόλη το πρωί της 9ης Απριλίου. Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, ως επακόλουθο της κατάρρευσης της Ελληνικής Δεύτερης Στρατιάς.
Γραμμή Μεταξά Βομβαρδισμός Ελληνικών θέσεων από το Γερμανικό πυροβολικόΗ Γραμμή Μεταξά υπερασπιζόταν από την Στρατιωτική Δύναμη Ανατολικής Μακεδονίας, η οποία αποτελούνταν από τις 7η, 14η και 17η Μεραρχίες Πεζικού υπό τη διοίκηση του Αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Μπακόπουλου. Η γραμμή είναι μήκος περίπου 170 χλμ, κατά μήκος του ποταμού Νέστου προς τα ανατολικά και των βουλγαρικών συνόρων ως το όρος Μπέλες κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Οι οχυρώσεις ήταν σχεδιασμένες να διαθέτουν φρουρά άνω των 200.000 στρατιωτών, όμως λόγω της έλλειψης προσωπικού το συνολικό μέγεθος της φρουράς που υπερασπιζόταν τα οχυρά ήταν περίπου 70.000, έχοντας ως αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των αμυντικών γραμμών.
Η αρχική γερμανική επίθεση κατά της γραμμής πραγματοποιήθηκε από μία μονά πεζικού ενισχυμένη από δύο ορεινές μεραρχίες του 18ου Ορεινού Σώματος (XVIII Mountain Corps), αντιμετώπισαν όμως ισχυρή αντίσταση και σημείωσαν μικρή επιτυχία.
Μία γερμανική αναφορά στο τέλος της πρώτης μέρας των επιχειρήσεων περιγράφει πως η γερμανική 5η Ορεινή Μεραρχία «απωθήθηκε στο πέρασμα Ρούπελ παρά την ισχυρότατη αεροπορική υποστήριξη, έχοντας σημαντικές απώλειες».
Από τα 24 οχυρά που αποτελούσαν τη Γραμμή Μεταξά μόνο δύο έπεσαν, και αυτά μόνον αφού καταστράφηκαν ολοσχερώς[66]. Τα περισσότερα οχυρά, συμπεριλαμβανομένων των Ρούπελ, Εχίνος, Καρατάς, Λίσσε και Ιστίμπεη αντιστάθηκαν για τρεις ημέρες.
Η γραμμή κατέρρευσε έπειτα από τρεις ημέρες μαχών, κατά τις οποίες οι Γερμανοί σφυροκοπούσαν τα οχυρά με πυροβολικό και βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως. Ο στόχος αυτός επετεύχθη κυρίως χάρη στην 6η Ορεινή Μεραρχία, η οποία διέσχισε μια χιονοσκεπή οροσειρά ύψους 2.100 μέτρων και κατέλαβε ένα σημείο το οποίο θεωρούνταν απρόσιτο από τους Έλληνες. Η δύναμη έφτασε στην σιδηροδρομική γραμμή που ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 7ης Απριλίου. Οι υπόλοιπες μονάδες του 18ου Ορεινού Σώματος προχωρούσαν με μεγάλη δυσκολία.
Η 5η Μεραρχία μαζί με το ενισχυμένο 125ο Σύνταγμα Πεζικού διείσδυσαν στην άμυνα του Στρυμόνα στις 7 Απριλίου και επιτέθηκαν κατά μήκος και των δύο πλευρών του ποταμού, καταστρέφοντας τη μία οχυρωματική θέση μετά την άλλη στο πέρασμά τους. Παρόλα αυτά η μονάδα υπέστη βαριές απώλειες, τέτοιες που απεσύρθη από το μέτωπο με την ολοκλήρωση της αποστολής της. Η 72η Μεραρχία Πεζικού προωθήθηκε από το Άνω Νευροκόπι κατά μήκος των βουνών και, παρόλο που υστερούσε σε μεταφορική ικανότητα, μέσο πυροβολικό και ορεινό εξοπλισμό, κατόρθωσε να περάσει τη Γραμμή Μεταξά το βράδυ της 9ης Απριλίου, οπότε και έφτασε βορειοανατολικά των Σερρών.
Ακόμα και μετά την παράδοση της Γραμμής Μεταξά από τον Αντιστράτηγο Μπακόπουλο, μεμονωμένα φρούρια συνέχισαν να μάχονται για μέρες και δεν κατελήφθησαν παρά μόνο όταν χρησιμοποιήθηκε βαρύ πυροβολικό εναντίον τους. Αρκετά στρατεύματα που υπερασπίζονταν τη μεθόριο συνέχισαν να μάχονται και ένας αριθμός από αυτά κατόρθωσε να εκκενωθεί δια θαλάσσης[69]. Ουσιαστικά, όμως, η γραμμή περισσότερο παραδόθηκε, λόγω της υπερφαλάγγισης και της κύκλωσής της από τους Γερμανούς παρά κατέρρευσε.
Η συνθηκολόγηση της Ελληνικής Δεύτερης Στρατιάς
Το γερμανικό 30ο Σώμα Πεζικού στην αριστερή πτέρυγα πέτυχε τον αντικειμενικό στόχο του το βράδυ της 8ης Απριλίου, όταν η 164η Μεραρχία Πεζικού κατέλαβε την Ξάνθη. Η 50η Μεραρχία Πεζικού προωθήθηκε πέρα από την Κομοτηνή προς τον ποταμό Νέστο, όπου αμφότερες οι μεραρχίες έφτασαν την επόμενη ημέρα. Στις 9 Απριλίου η Ελληνική Δεύτερη Στρατιά συνθηκολόγησε άνευ όρων, μετά την κατάρρευση της Ελληνικής αντίστασης ανατολικά του Αξιού ποταμού.
Σε μία αποτίμηση της κατάστασης, στις 9 Απριλίου, ο Στρατάρχης Λιστ εξέφρασε τη γνώμη ότι, ως αποτέλεσμα της γρήγορης προώθησης των αυτοκινούμενων μονάδων, η 12η Στρατιά του βρισκόταν τώρα σε πλεονεκτική θέση για να αποκτήσει πρόσβαση προς την κεντρική Ελλάδα διασπώντας τις εχθρικές γραμμές πίσω από τον ποταμό Αξιό. Βασιζόμενος σε αυτή του την εκτίμηση ο Λιστ ζήτησε τη μεταφορά της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ από την Πρώτη Μονάδα Πάντσερ στο 40ο Σώμα Πάντσερ.
Θεώρησε ότι η παρουσία της 5ης Μεραρχίας θα έδινε επιπλέον δύναμη στην γερμανική προέλαση μέσω του περάσματος του Μοναστηρίου. Για τη συνέχιση της εκστρατείας δημιούργησε δύο επιθετικές ομάδες, μια Ανατολική υπό τη διοίκηση του 18ου Ορεινού Σώματος και μία Δυτική υπό το 40ο Σώμα Πάντσερ.